Γεμάτος περιέργεια άρχισε να ξεδιπλώνει το μικρό πακέτο που μόλις του είχε φέρει. Δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του ένα βιβλίο με γυαλιστερό χοντρό εξώφυλλο που έφερε τον αινιγματικό τίτλο «Ζουμ»**. Αντιλήφθηκε γρήγορα ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο με εικόνες δίχως κείμενο, κάτι δηλαδή που ποτέ δεν τον είχε ενθουσιάσει, καθώς προτιμούσε τα εκατομμύρια συνδυασμών με τους οποίους μπορούσαν να συνταχθούν οι χίλιες λέξεις, από τη μια εικόνα που υποτίθεται ότι θα τις υποδήλωνε. Ωστόσο δεν ήθελε να την στεναχωρήσει, και καθώς ήδη αισθανόταν το βλέμμα της να διερευνά το πρόσωπό του, προσπαθούσε να σκαρφιστεί ποιες πραγματικές ή φανταστικές αρετές του δώρου της θα εξέθετε, ώστε να αποκρύψει, αν είναι δυνατόν, την επιφύλαξη με την οποία το υποδέχθηκε.
Όμως αυτό το εικονογραφημένο βιβλίο δεν έμοιαζε με οποιοδήποτε άλλο είχε δει ως τώρα. Οι
αριστερές σελίδες του ήταν όλες μαύρες, ενώ στις δεξιές υπήρχε μια αλυσίδα από εικόνες που με κάποιο τρόπο σχετίζονταν μεταξύ τους.
Την πρώτη δεξιά σελίδα την κατελάμβανε η εικόνα ενός τόξου από τεθλασμένες γραμμές που θύμιζε την ράχη ενός δεινοσαύρου, ίσως όμως και το σκουφί ενός γελωτοποιού.

Στη δεύτερη σελίδα ο εικονογράφος ανοίγοντας τον φακό της φαντασίας του, απεκάλυπτε στον αναγνώστη τι ήταν και σε ποιόν ανήκε το περίεργο τόξο: Ένα κατακόκκινο λειρί που στόλιζε το κεφάλι ενός πολύχρωμου πετεινού. Στην τρίτη σελίδα ο φακός άνοιγε ακόμη περισσότερο, για να αποκαλύψει την πλάτη δύο παιδιών που παρατηρούσαν μέσα από το περβάζι ενός παραθύρου, τον πετεινό της προηγούμενης εικόνας.
Στην τέταρτη σελίδα ο φακός συνελάμβανε την εικόνα των παιδιών που ατένιζαν τον κόκορα μέσα από την ανοικτή πόρτα, του σπιτιού ενός αγροκτήματος.
Και ξαφνικά στην πέμπτη σελίδα εμφανιζόταν κάτι απρόσμενο: Δύο τεράστια χέρια τοποθετούσαν δίπλα στο σπίτι με την ανοικτή πόρτα ένα ακόμη σπίτι που το είχαν
αδράξει από ένα κουτί με μακέτες μικρών σπιτιών, εκκλησιών, στάβλων κλπ. Ήταν προφανές: Ο πετεινός, το αγρόκτημα με τα μικρά παιδιά ήταν μέρος ενός παιχνιδιού που το έστηνε στην πράσινη τσόχα ενός τραπεζιού ένα μικρό κορίτσι.
Το παράξενο γαϊτανάκι των εικόνων, συνεχιζόταν και η μια αποκάλυψη διαδεχόταν την άλλη: Το παιχνίδι ήταν στη διαφήμιση ενός περιοδικού που κρατούσε ένα αγόρι στα χέρια του, το αγόρι ήταν στο κατάστρωμα ενός κρουαζιερόπλοιου, το κρουαζερόπλοιο ήταν μέρος μιας διαφήμισης στο αμάξωμα ενός λεωφορείου κ.ο.κ.
Κλείνοντας το βιβλίο είχε εντυπωσιαστεί από την αιτιοκρατική αλληλουχία που συνέδεε τις αλλεπάλληλες εικόνες μεταξύ τους. Σε μια δεύτερη όμως σκέψη ανακάλυψε ότι η αλληλουχία αυτή είχε ρωγμές: Αν και ο αναγνώστης μπορούσε να διακρίνει σε κάθε εικόνα, σχεδόν όλες όσες είχαν προηγηθεί, ήταν αδύνατο να προβλέψει τι θα απεικόνιζε, πέραν ίσως από την επόμενή της, η δεύτερη, τρίτη κλπ μετά από αυτήν. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό οφειλόταν στο ότι κάθε εικόνα ανέδυε ολότελα νέες πληροφορίες για τις οποίες δεν υπήρχε καμιά προειδοποίηση, από όσες εικόνες είχαν προηγηθεί.
Παραμέρισε το βιβλίο, την ευχαρίστησε και ζήτησε τη γνώμη της για μια σκέψη που είχε πρωτύτερα διαβάσει στη “Γενετική της Εξελικτικής Πορείας” του Theodosius Dobzhansky: «Τα ευρήματα στα ανώτερα επίπεδα δημιουργούν πιο συχνά την ανάγκη για έρευνες στα βασικά επίπεδα, απ’ ότι το αντίθετο. Η Μεντελική κληρονομικότητα δεν προήλθε από τις μελέτες πάνω στη χημεία του DNA. Αντίθετα οι μελέτες αυτές αποκτούν ένα μέρος της σπουδαιότητάς τους, γιατί έχουν σχέση με την Μεντελική κληρονομικότητα».
* Μετά από 2 χρόνια χρησιμοποίησης του παλιότερου προτύπου της σελίδας, θέλησα να δοκιμάσω ένα νέο. Το μεγαλύτερο πλάτος του χώρου του κειμένου, η λιτότητα και οι όμορφες αντιθέσεις των φωτογραφιών στο λευκό φόντο με ώθησαν να επιλέξω, το πρότυπο που βλέπετε. Μοναδική παραφωνία ο τόνος στα κεφαλαία γράμματα, στην αρχική σελίδα. Ελπίζω να τον απαλείψω.
** Η χρησιμοποίηση των 4 εικόνων από το βιβλίο Ζουμ, του Ιστβαν Μπαντάι, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, ελπίζω ότι δεν συνιστά παραβίαση του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Γίνεται για εκπαιδευτικό, μη ιδιοτελή σκοπό.


